Φιλική Διαμεσολάβηση

Η φιλική διαμεσολάβηση, γνωστή στο εξωτερικό και ως mediation, συνιστά διεθνώς μια πολύ διαδεδομένη, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, μέθοδο επίλυσης διαφορών, προηγούμενη της δικαστικής ή διαιτητικής επίλυσης αυτής. Η διαδικασία της διαμεσολάβησης προσφέρει τη δυνατότητα επίλυσης της εκάστοτε ανακύπτουσας διαφοράς μεταξύ των μερών/μελών του ιδίου δικτύου δικαιόχρησης (εν προκειμένω), άμεσα, χωρίς καθυστερήσεις γραφειοκρατίας ή διαιώνιση της διαφοράς εις βάρος των μερών.

 

Το ενδιαφέρον της έγκειται παράλληλα στο ότι, όπου έχει χρησιμοποιηθεί και εφαρμοστεί ο θεσμός της διαμεσολάβησης, έχει στεφθεί με επιτυχία, δεδομένου ότι οδηγεί τα μέρη σε υιοθέτηση μιας κοινά αποδεκτής και συμφέρουσας λύσης. Η επιτυχία δε της εν λόγω μεθόδου οφείλεται και στο γεγονός ότι, ακόμα και εάν τα μέρη δεν υιοθετήσουν τελικά τη λύση που θα τους προταθεί, θα έχουν αποκομίσει σημαντικές γνώσεις και καταλήξει σε χρήσιμα συμπεράσματα αναφορικά με τη διαφορά τους, τις πιθανές λύσεις της και τις συνέπειες  για καθεμία από αυτές.

 

Η διαδικασία διαμεσολάβησης είναι μια διαδικασία φιλικής επίλυσης διαφορών, μη δεσμευτικού χαρακτήρα. Αυτό σημαίνει ότι, παρόλο που τα μέρη έχουν συμφωνήσει να υπαγάγουν μια ή όλες τις διαφορές τους εκ της σχέσεώς τους στη διαδικασία διαμεσολάβησης, δεν είναι υποχρεωμένα να συνεχίσουν την εν λόγω διαδικασία μετά την πρώτη συνεδρία. Έτσι, τα μέρη διατηρούν κατά πάντα χρόνο τον έλεγχο της πορείας της επίλυσης της διαφοράς τους. Η εξακολούθηση της διαμεσολάβησης εξαρτάται από την αποδοχή αυτής από τα μέρη και κάθε μέρος μπορεί να διακόψει τη διαδικασία σε οποιοδήποτε στάδιο. Εάν κάποιο μέρος αισθανθεί λόγου χάρη ότι δεν υπάρχει πρόοδος, ότι η διαδικασία γίνεται δαπανηρή ή ότι το έτερο μέρος δεν ενεργεί καλόπιστα, μπορεί να ζητήσει εγγράφως τη διακοπή της διαδικασίας.

 

Ο μη δεσμευτικός χαρακτήρας της διαμεσολάβησης σημαίνει επίσης ότι μια απόφασή της δεν μπορεί να επιβληθεί στα μέρη. Προκειμένου να επιτευχθεί οποιαδήποτε συμφωνία, τα μέρη θα πρέπει τα ίδια να επιθυμούν να την υιοθετήσουν. Ενόψει των ανωτέρω, σε αντίθεση με το δικαστή ή το διαιτητή, ο διαμεσολαβητής (mediator) δεν εκδίδει αποφάσεις. Ο ρόλος του διαμεσολαβητή έγκειται στο να συνδράμει και διευκολύνει τα μέρη να φτάσουν στη δική τους απόφαση προς επίλυση της διαφοράς τους.

 

Α. Ως Βασικά Στάδια της διαδικασίας διαμεσολάβησης προτείνονται τα ακόλουθα:

 

1. Η συμφωνία των μερών για υπαγωγή της διαφοράς τους στη διαμεσολάβηση-η ρήτρα διαμεσολάβησης.

Το εναρκτήριο σημείο για την υπαγωγή μια διαφοράς στη διαμεσολάβηση είναι η ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ των μερών για αυτήν. Τέτοια συμφωνία μπορεί  να εμπεριέχεται είτε στη μεταξύ τους σύμβαση franchise, αναφέροντας ότι κάθε διαφορά που ανακύπτει σχετικά με τη σχέση τους υπάγεται στη διαμεσολάβηση, είτε να έχει ειδικά συμφωνηθεί μεταξύ των μερών και εφόσον η διαφορά έχει ανακύψει ότι αυτή θα επιλυθεί μέσω της διαμεσολάβησης. Συνηθίζεται με τη ρήτρα περί υπαγωγής της διαφοράς στη διαμεσολάβηση, τα μέρη να ορίζουν και τον τόπο διεξαγωγής αυτής καθώς και τη γλώσσα.

 

2. Αίτηση για διαμεσολάβηση

Εφόσον υφίσταται η ανωτέρω συμφωνία, η διαδικασία ξεκινά με την αποστολή αίτησης για διαμεσολάβηση από κάποιο από τα μέρη στην αρμόδια Επιτροπή Διαμεσολάβησης για θέματα franchise, του Συνδέσμου Franchise της Ελλάδας. Αυτή η αίτηση πρέπει να περιέχει περιληπτικά όλα τα στοιχεία της διαφοράς, συμπεριλαμβανομένων των ονομάτων των μερών, των νομίμων εκπροσώπων αυτών και των στοιχείων επικοινωνίας τους, ενός αντιγράφου της συμφωνίας για διαμεσολάβηση και  μια μικρή περίληψη του ιστορικού της διαφοράς. Τέτοιες λεπτομέρειες δεν θα έχουν χαρακτήρα νομικών ισχυρισμών αλλά θα βοηθούν το Σύνδεσμο να ξεκινήσει τη διαδικασία με την πρόταση στα μέρη του καταλληλότερου διαμεσολαβητή για την επίλυση της διαφοράς. Μετά την αποστολή της αίτησης για διαμεσολάβηση, ο Σύνδεσμος θα κοινοποιεί στα ενδιαφερόμενα μέρη την αμοιβή του για τη διαδικασία διαμεσολάβησης η οποία θα πρέπει να προκαταβληθεί από τα μέρη πριν την έναρξη της διαδικασίας.

 

3. Ο διορισμός του διαμεσολαβητή (mediator)

Σε συνέχεια της αίτησης για διαμεσολάβηση και της καταβολής της αμοιβής του Συνδέσμου, η αρμόδια Επιτροπή θα επικοινωνήσει με τα μέρη (ή τους εκπροσώπους τους) προκειμένου για την έναρξη συζητήσεων για το διορισμό του διαμεσολαβητή, ο οποίος θα πρέπει να χαίρει της εμπιστοσύνης αμφοτέρων των μερών. Ο Σύνδεσμος θα προτείνει αιτιολογημένα τον κατάλληλο διαμεσολαβητή, επιλέγοντας κάποιον από τον Κατάλογο των Διαμεσολαβητών που τηρεί, και τα μέρη δύνανται να αποδεχτούν τον προταθέντα ή να επιλέξουν άλλον (εκ του ανωτέρω καταλόγου) κοινής αποδοχής. Σε περίπτωση που ο επιλεγείς διαμεσολαβητής αρνηθεί αιτιολογημένα την πρόταση των μερών για διαμεσολάβηση, ο Σύνδεσμος θα προτείνει άλλον στα μέρη τα οποία θα ακολουθούν τα ίδια στάδια για τον διορισμό του ως ανωτέρω αναφέρθηκε.

 

Σε αυτό επίσης το στάδιο, ο Σύνδεσμος θα ξεκινήσει συζητήσεις με τα μέρη αναφορικά με τα λοιπά διαδικαστικά στάδια όπως π.χ. το χώρο όπου θα λάβει χώρα η διαδικασία διαμεσολάβησης, ο οποίος θα πρέπει να οριστεί και/ή συμφωνηθεί. Αυτός θα είναι συνήθως ο χώρος της έδρας του διαμεσολαβητή (που θα έχει ενδεχομένως οριστεί και με τη ρήτρα της διαμεσολάβησης). Σε αυτό το στάδιο επίσης, ο Σύνδεσμος θα ορίσει και την αμοιβή του διαμεσολαβητή για τις υπηρεσίες που θα προσφερθούν αναφορικά με τη διαμεσολάβηση.

 

4. Επαφές μεταξύ των μερών και του διαμεσολαβητή

Μετά το διορισμό του, ο διαμεσολαβητής θα ορίσει και ξεκινήσει μια σειρά επαφών με τα μέρη (συνήθως τηλεφωνική) προκειμένου να συμφωνηθεί ο σχεδιασμός της διαδικασίας που θα ακολουθηθεί. Ο διαμεσολαβητής θα υποδείξει τα έγγραφα που τυχόν θα χρειαστεί από τα μέρη πριν από την έναρξη των συνεδριών, θέτοντας συγκεκριμένη προθεσμία για την αποστολή τους .

 

5. Πρώτη συνάντηση/συνεδρία μεταξύ των μερών και του διαμεσολαβητή

Κατά την πρώτη συνάντηση, ο διαμεσολαβητής θα θέσει τους κανόνες διεξαγωγής της διαδικασίας και συγκεκριμένα (ενδεικτικά): εάν σε όλες τις συνεδρίες θα είναι παρόντα και τα δύο μέρη ή θα οριστούν συναντήσεις και χωριστά για κάθε μέρος, την υποχρέωση εμπιστευτικότητας που έχουν τα μέρη αναφορικά με την εν λόγω διαδικασία, την τυχόν ανάγκη του για επιπλέον έγγραφα ή τη συνδρομή κάποιου ειδικού ή εμπειρογνώμονα κλπ

 

6. Επόμενες συναντήσεις/συνεδρίες

Ανάλογα με το αντικείμενο της διαφοράς που έχει ανακύψει, την πολυπλοκότητα αυτής και το οικονομικό της μέγεθος, ο διαμεσολαβητής θα έχει καθορίσει τον αριθμό των συνεδριών, οι οποίες δύνανται να συνίστανται είτε σε ολοήμερες συνεδρίες ή σε συντομότερες συνεδρίες που θα διεξάγονται κατά τη διάρκεια περισσότερων ημερών. Κατά τη διάρκεια των συνεδριών αυτών, ο διαμεσολαβητής θα συγκεντρώσει όλες τις πληροφορίες που του χρειάζονται για την αξιολόγηση της διαφοράς, θα εκτιμήσει τα συμφέροντα των μερών από την εν λόγω σχέση και διαφορά, υπογραμμίζοντας τα καίρια σημεία και προεκτάσεις αυτής, θα παρουσιάσει επιλογές και εναλλακτικές επίλυσης της διαφοράς προς ικανοποίηση των συμφερόντων αμφοτέρων των μερών, θα αξιολογήσει τις πιθανές λύσεις με βάση και τους ισχυρισμούς των μερών αλλά και τις τυχόν προτάσεις τους για άλλη λύση την οποία τα ίδια προτείνουν και εν τέλει, θα διαμορφώσει προς έγκριση και αποδοχή από τα μέρη μια συμφωνία επίλυσης της διαφοράς, η οποία θα τεθεί ως συμφωνία συμβιβασμού/φιλικής επίλυσης της διαφοράς προς υπογραφή από τα μέρη.

 

Β. Το κόστος της διαδικασίας διαμεσολάβησης

Το κόστος της διαδικασίας διαμεσολάβησης εντοπίζεται σε δύο επίπεδα:

Το πρώτο αφορά στην αμοιβή του Συνδέσμου για τη συμβολή του στην προώθηση, διαχείριση και επίβλεψη της διαδικασίας, η οποία συνήθως ορίζεται σε ένα ποσοστό Χ επί του αντικειμένου της διαφοράς /σε πάγιο ποσό Χ. Το δεύτερο επίπεδο αφορά στην αμοιβή του διαμεσολαβητή. Η αμοιβή του διαμεσολαβητή συνήθως ορίζεται σε ωριαία ή ημερήσια βάση, σε ποσοστό επί του μεγέθους της διαφοράς, λαμβανομένης υπόψη της φύσης και πολυπλοκότητας της διαφοράς, των συνθηκών αυτής, του οικονομικού της μεγέθους αλλά και των προσόντων και της εμπειρίας του διαμεσολαβητή. Μετά το στάδιο του διορισμού του διαμεσολαβητή υπογράφεται συμφωνία μεταξύ του Συνδέσμου, του διαμεσολαβητή και των μερών στην οποία ορίζεται επακριβώς το αντικείμενο της συμφωνίας, η αμοιβή του Συνδέσμου και του διαμεσολαβητή και οι υπόχρεοι για την πληρωμή αυτής .

 

Τα μέρη βαρύνονται με τα έξοδα της διαδικασίας κατ’ ίσα μέρη (εκτός εάν άλλως συμφωνήσουν εγγράφως μεταξύ τους) και προκαταβάλλουν απευθείας σε έκαστο εκ των ανωτέρω, το Σύνδεσμο και το διαμεσολαβητή, ως ανωτέρω αναφέρθηκε, το 100% της αμοιβής τους για τη διαδικασία διαμεσολάβησης πριν τη έναρξη αυτής  (αυτονόητο είναι ότι οποιαδήποτε τυχόν έξοδα διεξαγωγής της διαδικασίας, όπως ενδεικτικά, έξοδα αναπαραγωγής εντύπου υλικού, συγκέντρωσης αποδεικτικών εγγράφων κλπ βαρύνει τα μέρη) . Στο τέλος δε έκαστης συνεδρίας τα μέρη καλούνται να υπογράψουν σχετικό έγγραφο που αναφέρει αναλυτικά τις ώρες της εκάστοτε συνεδρίας –εφόσον η αμοιβή έχει συμφωνηθεί σε ωριαία βάση- άλλως που αναφέρει την ημέρα-εφόσον η αμοιβή έχει συμφωνηθεί σε ημερήσια βάση.